Η «χαμηλή ορατότητα» της ΕΛ.ΑΣ.- Του κ. Δημητρίου ΓΕΩΡΓΑΤΖΗ

 

Η εξάπλωση της εγκληματικότητας και η πολυμορφία που προσλαμβάνουν οι ποικίλες δράσεις κάτω από τις οποίες εκδηλώνεται, συνιστά μια ιδιαίτερα δυσμενή εξέλιξη η οποία, βεβαίως, συνδέεται άμεσα με τις γενικότερες μεταβολές των οικονομικοκοινωνικών σχέσεων που συντελούνται τα τελευταία χρόνια.
Όσο πιο αλλόκοτο παρουσιάζεται το έγκλημα, τόσο περισσότερο αίσθηση προκαλεί. Αν προσβάλλει ταυτόχρονα και πολλούς κοινωνικούς κανόνες, τόσο μεγαλύτερος είναι και ο φόβος των αποδεκτών της πληροφορίας και του γεγονότος.
Με την πάροδο του χρόνου, γίνεται τελικά αποδεκτό στην εγκληματολογική επιστήμη ότι οι εγκληματολογικοί στατιστικοί δείκτες δεν αποδίδουν σκληρά δεδομένα, τέτοια που να αποδεικνύουν τεχνοκρατικά την ακριβή εικόνα του εγκλήματος, αλλά εύπλαστα κοινωνικά, αριθμητικά μεγέθη, με περισσότερο κοινωνική σημασία και περιεχόμενο.
Σύμφωνα με τους ειδικούς, η εγκληματικότητα που καταγγέλλεται στις επίσημες αρχές δεν ξεπερνά το 30%, ενώ αντιθέτως το 70% αναφέρεται στην αθέατη πλευρά της σελήνης. Υπάρχει σύμφωνα με τους επιστήμονες ένας σκοτεινός αριθμός εγκληματικότητας, ο οποίος δεν αναφέρεται, δεν καταγγέλλεται, δεν καταγράφεται, κατά συνέπεια δεν αναγνωρίζεται και δεν υπάρχει σε επίσημα στοιχεία και σε επίσημες λίστες. Αυτό και μόνο το γεγονός δημιουργεί μια αμφισβήτηση και μια επιφύλαξη ως προς την αποδοχή και την υιοθέτηση στατιστικών για το έγκλημα, οι οποίες, καταγράφουν και διαπιστώνουν την επίσημη καταγγελθείσα εγκληματικότητα. 
Χειρότερα
Αν θέλουμε τώρα να προσεγγίσουμε την αίσθηση του πολίτη για το έγκλημα και σύμφωνα με πρόσφατες έρευνες για την πρωτεύουσα, προκύπτει ότι για την απόλυτη πλειοψηφία η κατάσταση έχει χειροτερεύσει, ενώ μόλις ένα μικρό ποσοστό εκφράζει αντίθετη άποψη. Ενδιαφέρον παρουσιάζει και το γεγονός πως οι πολίτες εκτιμούν την πραγματικότητα χειρότερη απ' αυτή που παρουσιάζεται στα μέσα ενημέρωσης. Ταυτόχρονα δηλώνουν ανασφαλείς, μέρα και νύχτα, φοβούνται ότι αυτό που βλέπουν στις τηλεοράσεις, αυτό που ακούν από τον διπλανό, αργά ή γρήγορα θα συμβεί και στους ίδιους, ενώ σχολιάζουν επικριτικά τη «χαμηλή ορατότητα» της αστυνομίας. Δηλαδή ο πολίτες βλέπουν αραιά ή και καθόλου την αστυνομία προκειμένου να αισθάνονται ένα αίσθημα ασφάλειας και σιγουριάς για τον εαυτό τους.
Δεν μπορεί να μετρηθεί όμως, η αποδοχή της κουλτούρας του επαγγελματισμού σε θέματα ασφαλείας, την οποία συναντάμε στην Αμερική ή στη Γερμανία. Δεν μπορούμε να ελέγξουμε το στοιχείο αντίδρασης που ξεπηδάει κάθε φορά μέσα από το συμπολίτη μας, όταν π.χ. πρέπει να περάσει κάποιον έλεγχο , ενώ θα τον δεχόταν στωικά και χωρίς κουβέντα κάπου στο εξωτερικό. Σύμφωνα με τα στοιχεία που δημοσιοποίησε το ευρωβαρόμετρο για τη χώρα μας, καταγράφεται σημαντική αναντιστοιχία ανάμεσα στους πραγματικούς δείκτες εγκληματικότητας και στον φόβο που αισθάνονται οι πολίτες. Παρατηρείται δηλαδή ένα είδος εγκληματοφοβίας. Ενώ για παράδειγμα οι δείκτες της εγκληματικότητας συγκριτικά με άλλες χώρες της Ευρώπης παραμένουν από τους πιο χαμηλούς, ταυτόχρονα οι Έλληνες είμαστε από τους πρώτους στον φόβο του εγκλήματος. Είμαστε οι πιο φοβισμένοι πολίτες. Κι αυτό βέβαια εξηγείται στα ανορθολογικά ρεύματα που δρουν και επηρεάζουν σημαντικά την ελληνική κοινωνία, στα ΜΜΕ που συνήθως επενδύουν στον τρόμο, γιατί ο τρόμος πουλάει, που αποβλέπουν στον εντυπωσιασμό των θεατών μέσω της καλλιέργειας του φόβου και του πανικού, αλλά και σε θεσμούς και πραγματικότητες που λειτουργούν ακόμη στην Ελλάδα όπως η παράδοση, η οικογένεια, η εκκλησία, που δημιουργούν κλειστά συστήματα κοινωνικής συμπεριφοράς και στέκονται επιφυλακτικά σε ό,τι μοιάζει ξένο, άγνωστο και διαφορετικό.
Ανάληψη ρίσκου
Άνθρωποι που έχουν αφιερώσει τη ζωή τους στη μελέτη του εγκλήματος ανησυχούν τόσο για τα ποσοτικά όσο και για τα ποιοτικά στοιχεία του σύγχρονου εγκλήματος. Το οργανωμένο έγκλημα αναβαθμίζεται, γίνεται πιο επαγγελματικό, αποκτά πιο συνειδητά χαρακτηριστικά και ξεφεύγει από τον ερασιτεχνισμό των προηγούμενων δεκαετιών. Παράλληλα καταγράφεται και μια σημαντική αύξηση στην ανάληψη ρίσκου και κινδύνου, προκειμένου να επιτευχθεί ο στόχος. Είναι προφανές ότι το ρίσκο συνδέεται με την προσδοκία για μεγαλύτερο κέρδος. Δε θα 'χαν υπερβολή αν υποστηρίξει κανείς ότι το έγκλημα πλέον αποτελεί την «επίσημη δουλειά» κάποιων. Κι όπως ο επιχειρηματίας σχεδιάζει, καταστρώνει πλάνα, παίρνει ρίσκο, υποβάλλει ισολογισμούς, περίπου στην ίδια κατεύθυνση κινείται και το οργανωμένο έγκλημα. Πρόκειται ουσιαστικά για μια «επιχείρηση» με «μάνατζερ», με «διευθυντές», με «υπαλλήλους», με ιεραρχική δομή, με στόχους και κανόνες.
Κι ίσως το πιο χαρακτηριστικό της σύγχρονης εγκληματικής δράσης είναι ότι το έγκλημα συγκριτικά με άλλες εποχές σήμερα μοιάζει πιο αποφασισμένο. Δε λογαριάζει, δεν ενδιαφέρεται αν ένα σπίτι κατοικείται, αν φυλάσσεται, αν υπάρχουν δύο-τρία ή και πέντε άτομα - παιδιά που κοιμούνται. Υπάρχει τέτοια αποφασιστικότητα που όλα τα παραπάνω μοιάζουν αδιάφορα. Ακόμα και το έγκλημα έχει όρια και κανόνες, λένε διακεκριμένοι εγκληματολόγοι. Παλιότερα δεν ήταν σύνηθες ο δράστης να χτυπάει με βάναυσο τρόπο το ηλικιωμένο θύμα του χριστουγεννιάτικες – πασχαλινές ημέρες. Το έγκλημα είχε την ηθική του. Φαίνεται λοιπόν ότι μέσα σε αυτή τη γενικότερη αποξένωση και την απουσία κοινωνικού ελέγχου και το έγκλημα έχει αλλάξει. Γίνεται κατανοητό ότι και το έγκλημα αποκτά νέα ηθική και υιοθετεί νέους κανόνες και νέες συμπεριφορές.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: 
Αυστηρότερα μέτρα κατά της εγκληματικότητας; Όσο και αν, θέλοντας ν' αντιμετωπίζουμε με «ρομαντισμό» την κατάσταση, υποστηρίζουμε ότι για να θεραπεύσουμε την εγκληματικότητα πρέπει πρώτα να θεραπεύσουμε την κοινωνία, η κατάσταση επιβάλλει επείγουσες λύσεις. Σε κοινωνικά ερωτήματα δίνουμε αστυνομικές απαντήσεις; Σωστό ή λάθος; Οι γνώμες των πολιτών αυτής της χώρας έχουν ωριμάσει προς αυτήν την κατεύθυνση. Θα τύχουν εφαρμογής μοντέλα μηδενικής ανοχής; Στη Νέα Υόρκη το αντίστοιχο δόγμα περιόρισε κατά 65% τις ληστείες και κατά 80% τις ανθρωποκτονίες. Μπορεί όμως η Αθήνα να συγκριθεί με τη Νέα Υόρκη; 
Ίσως δεν έχουμε ακόμη κατάνοήσει ότι το έγκλημα επηρεάζει σταδιακά τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβανόμαστε τον εαυτό μας, την κοινωνία και τον πολιτισμό μας. Τα νέα ήθη που έχουν εισβάλλει απαιτούν άμεσα μέτρα για πολίτες που βρίσκονται σε καθεστώς ομηρίας. Και δυστυχώς πριν ξεκινήσουμε έναν ακόμη διάλογο για το έγκλημα, θα πρέπει πρώτα να το αντιμετωπίσουμε. Υπάρχει βέβαια και η παράμετρος που θέτουν αρκετοί και αναφέρουν ότι από το κλίμα του χάους, της ανασφάλειας, του τρόμου, στοιχεία δηλαδή που προσδίδουν ταυτότητα απελπισίας στον πολίτη, εξυπηρετούν στην κατεύθυνση αλλά και στην αναζήτηση νέων κοινωνικών συναινέσεων. Γενικότερα ο φόβος δημιουργεί συναινέσεις και προς τη λήψη αστυνομικών μέτρων αλλά και σε ζητήματα ευρύτερης πολιτικής που κάτω από άλλες συνθήκες θα προκαλούσαν ισχυρές αντιστάσεις. Ένα πρόβλημα όμως που αποκτά ευρύτερες κοινωνικές διαστάσεις, δεν μπορεί να αντιμετωπισθεί μόνο από τους μηχανισμούς καταστολής στο τελευταίο στάδιο, όπου εκδηλώνονται οι εγκληματικές πράξεις. 
Σίγουρα θα πρέπει να γίνουν πολλαπλές παρεμβάσεις στο μηχανισμό της αστυνομίας και σίγουρα δε θα πρέπει με την πάροδο του χρόνου να «γραφειοκρατικοποιούνται» αποτελώντας μόνο φορείς διασφάλισης σταθερής και μόνιμης εργασίας.
Απ' όλους εμάς πρέπει να τεθεί ως στόχος να μην «μπολιαστεί» η αστυνομία με την επιδημία που πλήττει κατά κοινή ομολογία τη Διοίκηση. Μέχρι να φτάσει να προσφέρει τα ζητούμενα ας προσπαθήσουμε να κατέβουμε…από το βάθρο της εξουσίας και αν δούμε με σεβασμό και κατανόηση τον πολίτη – συμπολίτη μας. Δεν πρέπει να ανεχόμαστε έστω και τα ελάχιστα κρούσματα συναδέλφων που βλέπουν την εξυπηρέτηση του πολίτη σαν αγγαρεία. Δεν είναι θέαμα για ευνομούμενους πολίτες η απαθής παρατήρηση από τη μεριά της Αστυνομίας διαπραττομένων εγκλημάτων που προκαλούν την κοινή γνώμη.
 
Του Αστυν. Υποδ/ντή κ. Δημητρίου ΓΕΩΡΓΑΤΖΗ
 
Πηγή Δημοσίευσης Άρθρου :
 
Περιοδικό «Αξιωματική Αστυνομία»
Τεύχος 13ο
Ιανουάριος 2007