Ημερολόγιο

Μάιος.2019
21
Τρίτη
12:55
BuaXua Calendar

Επισκέπτες

Σήμερα 45

Εβδομάδα 152

Μήνας 2664

Σύνολο 282804

Το περιοδικό μας...

Το διπλό δίλημμα στη σχέση Αστυνομίας - Μ.Μ.Ε - Του κ. Σταύρου ΓΑΪΤΑΝΙΔΗ

 

Χρειαζόμαστε προσεκτικά σχεδιασμένους κανόνες και κατευθυντήριες γραμμές για να οικοδομήσουμε μια σχέση ειλικρινούς συνεργασίας με τους φορείς της ενημέρωσης του ελληνικού λαού.

Το δημόσιο και το πολιτικό ενδιαφέρον σε ζητήματα σχετιζόμενα με το έγκλημα είναι ένα φυσικό κομβικό σημείο για τα ΜΜΕ. Δολοφονίες κατά συρροή σεξουαλικές επιθέσεις, δημόσια διαφθορά, καταδιώξεις με πυροβολισμούς, συνομωσίες, ληστείες Χρηματαποστολών, απαγωγές και τα παρόμοια, αιχμαλωτίζουν τη φαντασία του κόσμου και επομένως την προσοχή των ΜΜΕ.

Όταν ο φόβος κατακλύζει μια περιοχή με ένα κύμα εγκληματικότητας, τα ΜΜΕ. το ανακοινώνουν και στη συνέχεια στρέφονται προς την Αστυνομία, για να δουν τι πρόκειται να πράξει γι' αυτό. Αν φανεί ότι η Αστυνομία δεν κάνει καμία πρόοδο, αυτά ρωτούν το λόγο. Αν οι αξιωματούχοι της Αστυνομίας φανούν λιγότερο ειλικρινείς, τα ΜΜΕ. θα το σχολιάσουν. Αν οι υπηρεσιακοί παράγοντες εμπλακούν σε κακή διαχείριση, τα ΜΜΕ. θα προβούν σε άμεση και πλήρη αναφορά. Τα δεδομένα αυτά δεν είναι μία καινοφανής κριτική αλλά είναι η υποχρέωση, επαγγελματική και ηθική των δημοσιογράφων να ενημερώσουν το κοινό και να καταστήσουν υπεύθυνους τους δημόσιους αξιωματούχους.

Παρ’όλο που η δημοσιοποίηση αυτών των ιστοριών μερικές φορές ενοχλεί χους αξιωματούχους που επιβάλλουν το Νόμο, αναγνωρίζουν με απροθυμία τις ευθύνες του δημοσιογράφου. Με παρόμοιο τρόπο, η Αστυνομία συχνά απευθύνεται στα ΜΜΕ. για να τη βοηθήσουν στον εντοπισμό ατόμων ή για να αντλήσουν δημόσια πληροφόρηση για συγκεκριμένα ζητήματα ή προβλήματα. Σε αυτές τις περιπτώσεις τα ΜΜΕ. αντιμετωπίζονται από διαφορετικό πρίσμα.

Τα ΜΜΕ. έχουν χαρακτηρισθεί ως η «τέταρτη εξουσία» και αλληλεπιδρούν μαζί με τις άλλες μορφές της εξουσίας σε όλα χα επίπεδα - τοπικά, περιφερειακά και εθνικά - σε καθημερινή βάση, λειτουργώντας ως ένας συστηματικός φύλακας για το κοινό. Είναι βέβαιο ότι υπάρχουν και ανήθικοι δημοσιογράφοι και επιχειρήσεις ΜΜΕ., ακριβώς όπως υπάρχουν τέτοιοι σε κάθε επάγγελμα. Σε γενικές γραμμές, όμως, οι εκπρόσωποι των ΜΜΕ. αντιμετωπίζουν το ρόλο τους με επαγγελματισμό και προσπαθούν να συνεργάζονται με την Αστυνομία με θετικό πνεύμα.

Η ξεχωριστή σημασία των ΜΜΕ. ως των μοναδικών επικοινωνιακών συνδέσμων ανάμεσα στην Αστυνομία και τους πολίτες είναι ολοφάνερη. Εξάλλου, αφού η κοινή γνώμη για το έγκλημα και τους εγκληματίες επηρεάζεται καθοριστικά από τις αναφορές των ΜΜΕ., οτιδήποτε πράττει η Αστυνομία και ο τρόπος που το πράττει βρίσκονται κάτω από διαρκή παρακολούθηση. Πράγματι υπό μία ευρύτερη έννοια, στις δημοκρατικές κοινωνίες όπου τα ΜΜΕ. δεν ελέγχονται από την κυβέρνηση, τα προβλήματα στις σχέσεις μεταξύ των κυβερνητικών οργάνων και των ΜΜΕ. είναι ενδημικές στις πολιτικές διαδικασίες.
Στη σχέση τους έχει εισχωρήσει σε κάποιο βαθμό μία σύγκρουση συμφερόντων και αυτή η σύγκρουση θεωρείται βασική παράμετρος των ελέγχων και των ισορροπιών που είναι τόσο σημαντικές για μια δημοκρατία. Αν οι εφημερίδες και τα άλλα ΜΜΕ. δεν «αστυνόμευαν» την Αστυνομία και χους άλλους δημόσιους φορείς, αν δεν προκαλούσαν την πληροφόρηση και δεν μετάφραζαν μηνύματα ανάμεσα στις υπηρεσίες απονομής της ποινικής δικαιοσύνης και το κοινό, θα απέφευγαν μια σπουδαία ευθύνη.

Επιρροή των Μ.Μ.Ε.

Στη σχέση ανάμεσα στην Αστυνομία και τα ΜΜΕ. επίμονα γενικεύονται επιχειρήματα για την «συμπεριφορά του άλλου». Τα ΜΜΕ. ισχυρίζονται ότι η Αστυνομία προσπαθεί να αποκρύψει πληροφορίες, που το κοινό έχει το δικαίωμα να γνωρίζει. Η Αστυνομία ανταπαντά ότι οι διαρκείς προσπάθειες των ΜΜΕ. να αντλήσουν πληροφορίες μπορούν να θέσουν σε κίνδυνο την έρευνα και να απειλήσουν την ασφάλεια των αστυνομικών που ενεργούν υπό κάλυψη.

Τα Μ.Μ.Ε. κατηγορούν την Αστυνομία για συγκάλυψη των λανθασμένων ενεργειών της, ενώ η Αστυνομία επικαλείται την προσπάθεια να διευθύνει μια αμερόληπτη έρευνα και να προστατεύσει τα δικαιώματα όλων των εμπλεκομένων. Είναι φανερό όχι η σχέση αυτή παρουσιάζει αναταράξεις και μπορεί να μεταβληθεί δραματικά από τον αμοιβαίο σεβασμό στην αμοιβαία περιφρόνηση.

Από τη σχέση αυτή μπορούν να συναχθούν ορισμένα συμπεράσματα:

• Η Αστυνομία θεωρεί ότι συχνά γίνεται στόχος της κάλυψης των γεγονότων από τα ΜΜΕ. με προκατάληψη και επίδραση επί των αισθήσεων.
• Τα ΜΜΕ θεωρούν ότι η Αστυνομία κρατά το στόμα της κλειστό με τρόπο ανάρμοστο σε θέματα για τα οποία το κοινό δικαιούται να έχει πληροφόρηση.
•Η Αστυνομία και τα ΜΜΕ χρειάζονται ο ένας τον άλλο.

Μία πολύπλοκη σχέση.

Η σχέση ανάμεσα στην Αστυνομία και τις επιχειρήσεις των ΜΜΕ. φαίνεται απλή αλλά στην πραγματικότητα είναι περισσότερο πολύπλοκη. Είναι φανερό ότι η καλλιέργεια εκ μέρους της Αστυνομίας καλών σχέσεων με τα Μ.Μ.Ε. είναι σημαντική. Είναι ένας λογικός τρόπος να κρατά ενήμερο το κοινό για ό,τι συμβαίνει σε μία αστυνομική Διεύθυνση και επιπλέον τους λόγους που συμβαίνει αυτό. Όταν, όμως, μία αστυνομική υπηρεσία παρεμποδίζει τη δημοσιότητα ή όταν μια εφημερίδα ή άλλα μέσα ενημέρωσης παραβιάζουν αυτό που η πρώτη θεωρεί ως ηθικό ή ως βασικούς κανόνες για την αναφορά των ειδήσεων που αφορούν εγκληματικές ενέργειες, τότε εμφανίζεται το πρόβλημα.

Τέτοιες συγκρούσεις είναι πιθανότερο να συμβούν, όταν η Αστυνομία θεωρεί απαραίτητο να παρακρατά πληροφορίες από τα ΜΜΕ., επειδή η αποκάλυψη συγκεκριμένων πληροφοριών θα μπορούσε να ματαιώσει τους αστυνομικούς σκοπούς. Μπορεί επίσης να συμβεί, όταν τα μέσα επίκεντρώνουν σε οτιδήποτε εκτιμούν ότι είναι κακή επικοινωνία ή διαφθορά μέσα σε μία υπηρεσία, αρμόδια για την απονομή του δικαίου στα διάφορα εγκλήματα. Για οποιουσδήποτε λόγους μπορεί να δημιουργηθεί η εντύπωση ότι κάποιος δεν παίζει τίμια με τα ΜΜΕ, κάτι που τα τελευταία συνηθίζουν να το μεταφράζουν σε κατηγορία, ότι δηλαδή αυτά δεν παίζουν έντιμο παιχνίδι με το κοινό.
Παρ' όλα αυτά εξαιτίας των συνθηκών, η πλήρης αποκάλυψη όλης της πληροφόρησης που διαθέτουμε δεν είναι προς το συμφέρον ούτε των διακαιϊκών υπηρεσιών, ούτε του κοινού.

Έτσι ο διάλογος ανάμεσα σε συγκεκριμένους υπηρεσιακούς παράγοντες και συγκεκριμένες εφημερίδες ή τηλεοπτικούς σταθμούς μπορεί να γίνει απροσδόκητα έντονος. Η στάση της διοίκησης σε θέματα απόκρυψης πληροφοριών συχνά αμφισβητείται από τα ΜΜΕ. και τα ερωτήματα τους μεταφέρονται στο κοινό, κάτι που αποτελεί μειονέκτημα για τον όποιο υπηρεσιακό αξιωματούχο, καθώς αυτός δεν μπορεί να εξηγήσει μία απόφαση, χωρίς να αποκρύψει πληροφορίες, τις οποίες κρίνει ότι πρέπει να παρακρατήσει. Συχνά το «ουδέν σχόλιο» μπορεί να μεταφραστεί σε φιλονικία ή διάθεση για προφάσεις και υπεκφυγές. Το δίλημμα των σχέσεων Αστυνομίας - ΜΜΕ. είναι σύνηθες για την αστυνομική διοίκηση.Υπάρχει το ενδεχόμενο να υπάρχει δίλημμα και από την πλευρά των ΜΜΕ. Όπως προαναφέρθηκε, μια εφημερίδα, ένας ραδιοφωνικός ή τηλεοπτικός σταθμός είναι κερδοσκοπικές επιχειρήσεις.

Επιπλέον έχουν ευθύνη για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος.Οποιοδήποτε δίλημμα ανακύπτει από αυτούς τους μερικώς αντικρουόμενους στόχους «εξισορροπείται» από τις αποφάσεις των διευθυνόντων συμβούλων των ΜΜΕ, οι οποίες αναγνωρίζονται από το κοινό μόνο μέσα από κάποιες «ελαφρές αναφορές» σε σχέση με το τι δομεί μια «υπεύθυνη» εφημερίδα ή ένα τηλεοπτικό σταθμό. Οι προτιμήσεις και οι ανοχές του κοινού σε ένα τέτοιο ζήτημα είναι τόσο ποικίλες και άστατες, όσο και οι επιλογές του στο φαγητό. Εμφανώς το δημόσιο συμφέρον δεν εξυπηρετείται με τον καλύτερο τρόπο από τις επικερδείς πολιτικές ή πρακτικές των ΜΜΕ. Ανάμεσα σε άλλα πράγματα, αυτή η αρχή του δημοσίου συμφέροντος θα μπορούσε - πιο συχνά απ' ό,τι κάνει - να εγείρει ερωτήματα για τη χρήση από μια εφημερίδα τέτοιων σλόγκαν, όπως «το δικαίωμα του κοινού να γνωρίζει», με τέτοιο τρόπο που να καταδεικνύει το δικαίωμα ως αναμφισβήτητο σε σύγκριση με αυτό της ζωής. Από καιρού εις καιρό ο πολίτης υποπτεύεται ότι τα ΜΜΕ. χρησιμοποιούν μια δικαιολογία, για να κάνουν αυτό που υπηρετεί καλύτερα το κίνητρο τους για κέρδος, στο όνομα του δημόσιου κέρδους.

Έτσι έχουμε ένα δίλημμα στην αστυνομική πλευρά της σχέσης και ένα στην πλευρά των ΜΜ.Ε. Και όπως ο Ουίνστον Τσώρτσιλ εύλογα θα το αποκαλούσε, «ένα αίνιγμα μέσα στο δίλημμα», καθώς η εφημερίδα, σε μια ιδιαίτερα ανταγωνιστική αγορά, συχνά διαπιστώνει ότι η πρώτη της είδηση είναι τελικά αυτό που η Αστυνομία (ή η κατηγορούσα αρχή ή το δικαστήριο) είναι πρόθυμη να αποκαλύψει. Αυτό το διπλό δίλημμα και το αίνιγμα συνθέτουν το άρωμα αυτού του προβλήματος, της σχέσης της Αστυνομίας και των ΜΜΕ, του δικαιϊκού συστήματος και των ΜΜΕ. Οι διακλαδώσεις αγγίζουν θέματα, όπως η ιδιαίτερα ανταγωνιστική δυναμική μέσα στον κόσμο των ΜΜΕ, ο περιορισμένος χρόνος, η επίδραση στις αισθήσεις και ο λεγόμενος κίτρινος τύπος, η δημοσιογραφική επιτυχία και η αποκάλυψη των πηγών πληροφόρησης.Η αποκάλυψη της πληροφορίας.
Όταν λοιπόν η συζήτηση γίνεται σε θέματα που αφορούν στη σχέση αστυνομίας - ΜΜΕ, δεν υπάρχει δυνατότητα να αποκοπεί αυτή από τη γενικότερη συγκυρία αυτών των θεμάτων. Η σύγκρουση συμφερόντων που εκδηλώνεται είναι τόσο παλαιά και τόσο σύγχρονη όσο η δημοκρατική λειτουργία των κυβερνήσεων.

Σημαντικό είναι επίσης το ερώτημα για την δημόσια πρόσβαση στην πληροφόρηση σε εξαιρετικά σημαντικές αστυνομικές ενέργειες και επιχειρήσεις. Το δικαίωμα στην πληροφόρηση συγκρούεται αναπόφευκτα με ό,τι θα μπορούσε να ονομαστεί ως δικαίωμα στη μη πληροφόρηση. Πολλοί ιστορικοί, φιλόσοφοι, πολιτικοί επιστήμονες και ακόμη και μερικοί δημοσιογράφοι έχουν παραδεχθεί ότι πρέπει να υπάρχει κάποιο όριο στο δικαίωμα των πολιτών να έχουν πληροφόρηση για τέτοιου είδους ζητήματα. Όμως με το ίδιο τεκμήριο, το δικαίωμα της Αστυνομίας να διατηρεί μυστικότητα θα πρέπει επίσης να περιοριστεί. Αυτό σημαίνει, σύμφωνα με την Αστυνομία, ότι μπορεί να παραχωρηθεί λίγη ελευθερία, χωρίς να υπάρξει πλήρης παράδοση, μπορεί να υπάρξει κάποια μυστικότητα, χωρίς να έχουμε μια Αστυνομία που αποτελεί συνολικά ένα μυστικό. Κάθε πρόσθετο μέτρο μυστικότητας, όμως, ελαττώνει αναλογικά την ελευθερία μας.

Έτσι τίθεται το ερώτημα: «πόση μυστικότητα;». Κάτω από ποιες συνθήκες και με τίνος την κρίση, μπορούν οι υπηρεσιακοί αξιωματούχοι να λειτουργούν «on and off the record» Κανείς δεν δείχνει να επιθυμεί να παραδεχθεί ότι γνωρίζει πολλά σχετικά με τα κριτήρια ενός τέτοιου ελέγχου. Στην πραγματικότητα μερικές φορές η δικαίωση της μυστικότητας φαίνεται να μην είναι καλύτερη από την απάθεια ή την απαγόρευση ή τα μελαγχολικά στοιχεία της αποτελεσματικότητας των παρασκηνίων. Η νομοθεσία με τη σειρά της δείχνει να μην μπορεί να δώσει σαφή απάντηση.

Τα ΜΜΕ φυσικά υπόκεινται σε κριτική. Μια κριτική που τους ασκείται είναι ότι κάποιες φορές σέβονται σε υπερβολικό βαθμό τις ευαισθησίες των υπηρεσιακών αξιωματούχων, που προσπαθούν να διαχειριστούν τις ειδήσεις. Η κατάχρηση της εμπιστοσύνης εκεί, όπου η προνομιούχα πληροφόρηση γίνεται προσβάσιμη, έχει επίσης εμφανισθεί. Για παράδειγμα, οι ελευθερίες μερικές φορές περιορίζονται, όταν τίθεται χρονοδιάγραμμα για την αποδέσμευση των πληροφοριών. Πιο σοβαρές παραβιάσεις της εμπιστοσύνης εμφανίζονται υπό το καθεστώς του ανταγωνιστικού περιβάλλοντος των ΜΜΕ.

Συμπερασματικά λοιπόν έχουμε δύο διαφορετικές πλευρές, που ζητούν συμβιβασμό στη βάση προσεκτικά σχεδιασμένων κανόνων και κατευθυντήριων γραμμών, ενώ παράλληλα αναγνω¬ρίζουν ότι οι υπερβολές από οποιαδήποτε πλευρά και αν προέρχονται απειλούν τα δικαιώματα, τα οποία προστατεύονται από ένα είδος δημιουργικής έντασης μέσα στη σχέση. Η πρόκληση είναι και πάλι να μετατρέψει κανείς την εσωτερική σύγκρουση σε εποικοδομητικούς στόχους, να οικοδομήσει τη σχέση επάνω σε αμοιβαία αποδεκτές κατευθυντήριες γραμμές και να ελαχιστοποιήσει την ένταση προς όφελος του κοινού.

Του Αστ. Διευθυντή κ. Σταύρου ΓΑΪΤΑΝΙΔΗ

Πηγή Δημοσίευσης Άρθρου:

Περιοδικό «Αξιωματική Αστυνομία», σελ. 11 – 12
Τεύχος 9ο
Ιανουάριος 2006

Εύρεση

Τα βιβλία μας...

Οι εφημερίδες σήμερα...